Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Από το Άγιο Όρος

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΡΕΙΑ
                                  Βήματα προς τη Θέωση

Του Νικολάου Σπ. Βούλγαρη
------…------

+ Άγιον Όρος, 13.2.2009. Ν.Η. (Νέο Ημερολόγιο)

«Αγαπητέ κύριε Νικόλαε Βούλγαρη
Χαίρετε πάντοτε εν Κυρίω!
Ευχαριστώ θερμά για την ευγενή αποστολή του νέου πονήματός σας “Η Μεγάλη πορεία”. Πρόκειται για βιβλίο ενδιαφέρον, εμπεριστατωμένο, μεστό, επαγωγικό, διδακτικό και καλοτύπωτο. Αναφέρεσθε κυρίως αγιογραφικώς αλλά και αγιοπατερικώς στο μεγάλο θέμα της θεώσεως του ανθρώπου. Αυτή θα έπρεπε να είναι η μόνη πορεία μας, ο μόνος βηματισμός μας, η μόνη σκέψη μας. Ο επί γης σκοπός του ανθρώπου, είναι μόνο ένας: Ο αγιασμός, η σωτηρία, η Θέωση. Δυστυχώς οι πολλοί των ανθρώπων λησμόνησαν γιατί ζουν. Η αποτυχία αυτής της επιτεύξεως αποτελεί τη μεγαλύτερη τραγωδία του ανθρώπου, ο πόνος της οποίας θα τον συνοδεύει στην αιωνιότητα.
Σας συγχαίρω λοιπόν εγκάρδια, ειλικρινά και ολόψυχα γιατί καταπιαστήκατε με αυτό το δύσκολο, ουσιαστικό και σημαντικό θέμα, το οποίον παρουσιάζετε απλά, τεκμηριωμένα, με σαφήνεια και επαγωγικότητα.
Ο Κύριος να σας ενισχύει πλούσια πάντοτε στη ζωή και το έργο σας και να μας αξιώσει της σωτηρίας μας. Καλό και ευλογημένο Τριώδιο. Η Παναγία μαζί σας. Σας μνημονεύουμε.
+ Άγιον Όρος, 13.2.2009. Ν.Η. (Νέο Ημερολόγιο)
Μετά τιμής κι ευχών
Ελάχιστος Μοναχός
Μωυσής, Αγιορείτης»


Λόγιος κριτικός βιβλίων
για το Μεσολόγγι

Στην περιοδική εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» της 21ης Νοεμβρίου 2008, ο λογοτέχνης και κριτικός βιβλίων Μιχ. Μιχαηλίδης καταγράφει ευγενικούς λόγους για την Ιερά Πόλη του Μεσολογγίου. Αφορμή έλαβε από τις δύο εκδόσεις του δικού μας Νικολάου Βούλγαρη με τίτλους: «Το Μεσολόγγι των Ιδεών» και «Ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ». Λόγω του περιεχομένου του κριτικού σημειώματός του και της τιμητικής αναφοράς του στην Πόλη μας, το παραθέτουμε.
Ρίγος αισθάνεσαι και μόνο στο άκουσμα της Ιερής «Πόλης του Μεσολογγίου». Πολύ περισσότερο σαν ανοίγεις τέτοια βιβλία, όπως του Νικολάου Βούλγαρη. Βιβλία που σε συγκλονίζουν όταν τα μελετάς. Βιβλία που ξαναζωντανεύουν, αν όχι την Έξοδο με το μοναδικό μεγαλείο της, ωστόσο παρακολουθείς με συγκρατημένη αναπνοή, βήμα προς βήμα, τη σύγκληση των πρωτεργατών και τη διατύπωση των 17 άρθρων της για την Έξοδο.
Το πρώτο βιβλίο ασχολείται με την ερμηνεία της Απόφασης της Εξόδου και πως «οι Εξοδίτες αποφάσισαν, εκτέλεσαν και δίδαξαν την οικουμένη».  Στο «Μεσολόγγι των Ιδεών» σημειώνει ο συγγραφέας και τα εξής:
 «Το κείμενο της απόφασης της Εξόδου που μας παρέδωκε ο γραμματέας της, ο Νικόλας Κ. Κασομούλης, όπως το διάβασα, μου έλυσε τις απορίες και με ξενάγησε μέσα στις σκέψεις του λαού και των αρχόντων. Γνώρισα την καρδιά των ανθρώπων και ξεδίπλωσα τις σκέψεις τους. Εκεί συνάντησα το θαύμα! Εκεί γνώρισα το Μεσολόγγι των ιδεών, και με τη γραφίδα μου προσπάθησα να τις αναδείξω. Θέλω να τις μάθουν τα νιάτα της Ελλάδας. Να τις γνωρίσουν όσοι επισκέπτονται προσκυνητές, το Μεσολόγγι. Να μιμηθούν, Έλληνες και ξένοι, τον ιδεόκοσμο της Ιερής Πόλης».
Ο φίλος συγγραφέας έκανε κι ένα άλλο κατόρθωμα. Τα κατάφερε να μεταφέρει στο βιβλίο έργα μεγάλων καλλιτεχνών – εμπνευσμένα απ’ την Έξοδο· και συγκεκριμένα: Απ’ την Εθνική Πινακοθήκη, το Πολεμικό Μουσείο, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και το Μουσείο Μπενάκη. Συνολικά παραθέτει 22 εξαίρετους ζωγραφικούς πίνακες, με σχετικά ερμηνευτικά εικαστικών εικόνων.
Το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα για τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, είναι σαν επέκταση και συμπλήρωση του προηγούμενου βιβλίου, γιατί συντάκτης της «απόφασης» υπήρξε, ποιος άλλος; Ο ίδιος ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Συγκλονιστικές οι στιγμές για την «απόφαση», αλλά και η καταγραφή των 17 σημείων της «Απόφασης».

Διαβάζουμε: «Σάββατο του Λαζάρου 1826, μετά τη λειτουργία στο στρατόπεδο συνάζονται οι Προεστοί με τους Στρατηγούς και τους Πρόκριτους στο προαύλιο του μικρού Ναού της Αγίας Παρασκευής… Προεδρεύει ο Δεσπότης… Ταράζει την ηρεμία ο φρούραρχος, ένα εικοσιεξάχρονο παλικάρι και γνήσιος Μεσολογγίτης, ο Θανάσης Ραζή-Κότσικας. Φωνάζει: Υπάρχει δρόμος ορέ!... Δρόμος θυσίας και τιμής! Ο Επίσκοπος Ιωσήφ θα γινόταν ο εκφραστής των αγώνων του Μεσολογγίου…».
Συζήτηση παρά θην αλός!…

Σε ώρα γιορταστική και μέσα σε γενική ευφορία, εν όψει γλεντιού, (Γάμος εγένετο) συναντήθηκαν δυο συμμαθητές της δεκαετίας του ’60 – ’70. Πετυχημένη δικηγόρος η μία, άριστος Μουσικός ο άλλος. Θυμήθηκαν τα παλιά και μνημόνευσαν με καμάρι και περηφάνια τον πρώτο Δάσκαλό τους, αυτόν που τους ενέπνευσε την αγάπη για τη γνώση και τον έρωτα για τα γράμματα και την Ελληνική σκέψη. Αθέλητα ή θεληματικά – δεν ξέρω – έγινα κάτοχος διαλόγου. Χειρίστρια του λόγου με μαεστρία η Δικηγόρος, άριστος ακουστικός και μαέστρος ο Μουσικός!
Τον παραθέτω:
Η Δικηγόρος, πρώτη: Ο Χ. είναι λάτρης της Ελληνικής σκέψης και της Ελληνικής γραμματολογίας. Σε βαθμό μάλιστα να θεωρεί προπομπό και παραγωγό όλων των μετέπειτα  θεωριών, τα έργα των Ελλήνων κλασσικών συγγραφέων, απ’ όπου αρύστηκαν θέσεις και ιδέες όλα τα μεταγενέστερα φιλοσοφικά συστήματα, μεταξύ των οποίων και ο Χριστιανισμός.
Μουσικός: Και συ Γ. από τα μαθητικά χρόνια ήσουν επιμελής και μελετηρή. Συνεχίζεις ακόμη να μελετάς την Ελληνική γραμματολογία και να εντρυφάς στους Έλληνες συγγραφείς; Πιστεύεις ακόμη ότι η Ελληνική σκέψη και φιλοσοφία είναι αυτή που διαφεντεύει στις πνευματικές κατακτήσεις;
Δικηγόρος: Οι ελεύθερες ώρες μου γεμίζουν από μελέτες κειμένων που γεννιούνται από την Ελληνική σκέψη. Όταν ταξιδεύω, μάλιστα, έχω στην τσάντα μου πάντοτε βιβλία σχετικά που μελετώ και ζω μέσα στο πνεύμα που όμορφα διδαχτήκαμε τα πρώτα σχολικά μας χρόνια απ’ τον ανεπανάληπτο δάσκαλό μας, τον κυρ – Αντώνη.
Στη συζήτηση μπήκα ευγενικά και αναγκαστικά.
Είμαι χαρούμενος για τα αισθήματα που έχετε για το δάσκαλό σας, που κι εγώ εκτιμώ και θαυμάζω για την παιδαγωγική του. Ομοίως και για τις ανησυχίες σας σχετικά με την προσφορά της Ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας στην παγκόσμια πνευματική καταξίωση. Θέλω όμως να επισημάνω ότι, επειδή τίποτε τυχαίο δεν είναι στον κόσμο, η Ελληνική γλώσσα, η σκέψη και η φιλοσοφία επελέγησαν από την πρόνοια του Θεού για να υπηρετήσουν το μεγάλο σκοπό της κατανόησης και της διατύπωσης των εννοιών της θείας Αποκαλύψεως. Οι πατέρες της Εκκλησίας με τιμή καλλιέργησαν τα Ελληνικά γράμματα και τα πρόβαλαν παγκοσμίως σαν ανταπόδοση της προσφοράς των στη Θεολογία και τη σωτηριώδη θ. Αποκάλυψη. Θυμηθείτε τα συγγράμματα του Μ. Βασιλείου προς τους νέους: «Όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων», όπου τιμά και συνιστά τη μελέτη των Ελληνικών συγγραμμάτων. Ακόμη ένα δεύτερο γεγονός που με σκοπιμότητα επεβλήθη στον τότε γνωστό κόσμο, ήταν η Ρωμαϊκή κυριαρχία. Βοήθησε υπερβολικά και αυτή στην ακώλυτη διάδοση του κηρύγματος των Αποστόλων, χωρίς διαβατήρια ή άλλα εμπόδια, λόγω του ενιαίου της πολιτικής διοικήσεως.
Μουσικός: Μας πας αλλού τώρα. Θέλει πολλή κουβέντα το θέμα και η ώρα δεν προσφέρεται. Προβλέπεται γλέντι σε ατμόσφαιρα γιορταστική. Μια άλλη φορά να το συζητήσουμε.
Ρώτησα: Θα πρωταγωνιστήσεις στο κέφι;
Απάντησε: Αμφιβάλλεις!
Και εγένετο ούτω!!!
Ιερά Πόλις Μεσολογγίου 30η Ιουνίου 2003
Νικόλαος Σπ. Βούλγαρης
Καθηγητής Θεολογίας


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ *
                                               
Προσεγγίζει συνοπτικά: Νικόλαος Σπ. Βούλγαρης

Με αφορμή το καινούριο ξεκίνημα της λειτουργίας δύο Σχολών Αγιογραφίας εκ μέρους της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε, με μια πρώτη προσέγγιση, τη «Θεολογία των Εικόνων». Η πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κυρίου Κοσμά, να λειτουργήσουν οι δύο Σχολές στο Μεσολόγγι και το Αγρίνιο, εντάσσεται στα γενικότερα πλαίσια της πνευματικής και λατρευτικής παιδείας του πληρώματος της Εκκλησίας μας. Είναι άξιοι επαίνου οι γονείς των μαθητών των δύο Σχολών Αγιογραφίας. Ιδιαιτέρως επαινετή είναι η προσπάθεια πολλών νέων και νεανίδων να μαθητεύσουν σ’ αυτές τις Σχολές και να μας εντυπωσιάσουν με τα έργα τους. Η Εκκλησία τους παρακολουθεί με αγάπη και ενδιαφέρον.

Α. Εισαγωγικά
          Η τέχνη είναι μια έκφραση της ψυχής, που απαιτεί ιδιαίτερη επιτηδειότητα στην εκτέλεση χειρωνακτικού έργου, πάντοτε με την ηγετική παρότρυνση και επίβλεψη του λογικού. Η μετεξέλιξη της τέχνης όμως με κάποια ιδιαιτερότητα, αναπτύσσεται σε καλαισθησία. Τότε γεννιέται η καλλιτεχνία που καλύπτει τις ευγενέστερες τάσεις του ψυχισμού των ανθρώπων και εκφράζεται με την επιμελημένη και καλαίσθητη εργασία που ασκεί ο καλλιτέχνης. Αυτός, είναι ο τεχνίτης που εργάζεται με αριστοτεχνικότητα και καλαισθησία υπηρετώντας μία από τις καλές τέχνες, μεταξύ των οποίων είναι και η Zωγραφική. Κλάδος δε της Zωγραφικής είναι και η Aγιογραφία, η οποία αποτελεί την τέχνη της απεικόνισης θρησκευτικών θεμάτων και προσώπων για διακόσμηση και εμπλουτισμό Ναών και ιερών χώρων, με φορητές ή επιτοίχιες εικόνες.
Η Αγιογραφία ως τέχνη απαιτεί συνεργασία επιτηδευμένης κίνησης του χεριού με ταυτόχρονη βιωματική έκφραση του λογικού και της ψυχής του Αγιογράφου. Τότε το έργο προσελκύει το θαυμασμό και το καμάρωμα του δημιουργού. Τότε  εκφράζεται μαζί με το αντικείμενο της εικόνας και το ψυχικό μεγαλείο του καλλιτέχνη. Τούτο δε, διότι αποδεικνύει επιπλέον τα υψηλά και ευάρμοστα επινεύματα του χρωστήρα και του πινέλου, που τα χειρίζονται άξια και επιτηδευμένα χέρια. Τότε εξαίρεται το μεγαλείο του αγιογραφικού έργου σε συνδυασμό με το ψυχικό αποτύπωμα του δημιουργού. Εξαίρεται έτσι και θαυμάζεται κάθε αγιογραφικό δημιούργημα, ακόμα και από τους πλέον αδαείς περί την καλλιτεχνία. Τότε εκπέμπεται και από την εικόνα, ως έργο τέχνης, μια ιδιαίτερη δύναμη και προβολή που σαγηνεύει, που εμπνέει και πλημμυρίζει την ψυχή του θεατή από δέος και σεβασμό. Τότε εντυπωσιάζει και εξαίρεται το μεγαλείο του αγιογραφικού έργου και όχι μόνο. Δίνει εναργέστερα και του δημιουργού το ψυχικό αποτύπωμα.   
Αφορμή και ευκαιρία δίδεται με την παρούσα αναφορά για να χαραχτούν αδρές πινελιές ενός λόγιου χρωστήρα, ανάμικτες με θεολογική έκφραση, για να προβληθεί η υψηλή Τέχνη της Αγιογραφίας. Πάντοτε βεβαίως σε συνδυασμό με τις ανάλογες καλλιτεχνικές τάσεις, με τις απαραίτητες σχολές και τους ιερούς σκοπούς που εξυπηρετεί και υπηρετεί το συνολικό Ορθόδοξο και Εκκλησιαστικό αγιογραφικό έργο. Επιγραμματικά θα λέγαμε ότι η Ορθόδοξη Αγιογραφία παρουσιάζει επαναστατική μορφή τέχνης, που ξεπερνάει τα παραδεδομένα. Αυτή η επαναστατικότητα οφείλεται στην προβολή της με έντονη θεολογική αποτύπωση. Σχολές δηλαδή, υψηλής τέχνης και τεχνικής που δέσποσαν διαχρονικά στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι έδειξαν επαναστατικότητα στο πνεύμα και τη γραμμική σύνθεση προσώπων, μορφών και γεγονότων, προσθέτοντας πάντοτε θεολογική σκέψη και ανθρωπολογική δυναμική.
Η Θεολογία επομένως διατυπώνεται δια της Αγιογραφίας με τα ανάλογα μέσα. Διατυπώνεται με το πινέλο του αγιογράφου κατά ένα καθαρά πρωτότυπο τρόπο που θα τον ζήλευαν και οι πιο μεγάλοι τροφοδότες θεολογικών νοημάτων. Καταφέρνει έτσι να καλλιτεχνείται η Θεολογία με την προσευχή, με την ανθρωπολογία, με τη ζωή, με τη γραμμική, με τη λεπτομέρεια, ώστε τα δημιουργήματά της να παριστάνουν εντυπωσιακή πρωτοτυπία σε διαχρονική επαναστατική μορφή. Γίνεται η Θεολογική Αγιογραφία δημιουργός διαχρονικών συμβολισμών κόντρα στην επιχειρούμενη εμπορευματοποίηση του Θείου και της εικόνας του.
        Κοιτάζει ο θεολογών Αγιογράφος κατάματα το σύμπαν. Εμπνέεται από αυτό, το καταγράφει και το αποδίδει σε ένα σύνολο που αναζητάει να προσκυνήσει το γνήσιο, το αληθινό, το ιδεαλιστικό και το σωστό. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκει και επιτυγχάνει μια αναγεννητική τροχιά και στον τομέα της Τέχνης στο σύνολό της. Αναγέννηση ακόμα επιδιώκει και σε όλους τους τομείς της ζωής σήμερα. Ιδιαιτέρως στην Τέχνη επιτυγχάνουν οι καλλιτέχνες, μόνο όταν ενεργούν ως σωστοί και εμπνευσμένοι άνθρωποι. Ιδιαιτέρως όμως τη θεία Τέχνη, όπως είναι η Αγιογραφία, την κάνουν αυτοί μόνο που μπορούν κοσμοθεωριακά να ερμηνεύουν και να θεώνται το Σύμπαν με υπερκόσμιων λογισμών καταγραφές, όπως είναι η Θεολογική προσαρμογή. Εκφραστής αυτών των τάσεων στον τομέα της τέχνης είναι η Βυζαντινή Αγιογραφία, που στηρίζεται ακραιφνώς στη Θεολογία και τη θεολογική σκέψη. Αυτή η Αγιογραφία ανέδειξε δημιουργούς παραδοσιακών τάσεων, σε μοντέρνα για την κάθε εποχή τεχνοτροπία. Πέρασε πολλές μεταλλάξεις κατά καιρούς, χωρίς να χάνει την αρχική παραδοσιακή της μορφή και αίγλη. Κατέληξε να λέγεται Ρωσική, Κρητική, Μακεδονική και ό,τι άλλο. Οπωσδήποτε όμως παρέμεινε και παραμένει άθικτη και αιωνόβια, δίνοντας την ευκαιρία σε νέους Αγιογράφους να συνεχίζουν και να παράγουν καινούργιες σχολές με πιο σύγχρονες καταγραφές. Τότε μπορούμε άνετα να μιλάμε για Θεολογία σε ανθρώπινη μορφή και ανθρωπολογία με θεία διάσταση. Τότε, το βλέμμα του Αγιογράφου στην εικόνα πλέκει ταυτόχρονα θείες και ανθρώπινες ιδέες και διαστάσεις.
Αν δεχτούμε προς στιγμήν, σαν σωστό, αυτό που γράφτηκε στην εποχή μας για παρακμή των ιδεών, λόγω της εμπορικότητας και της πεζότητας των εκφραστών των, με την Αγιογραφία όπως παρουσιάζεται σήμερα, ανατρέπεται η ανησυχία αυτή, γιατί αποτολμά τη σύνδεση του παλαιού με κάτι νέο αναγεννούμενο μέσα στην εποχή που ανέτειλε. Είναι η Θεολογική Αγιογραφία όπως αναγεννιέται στην εποχή μας, το νέο κρασί που πλουσιοπάροχα μπαίνει στους ασκούς που δημιουργεί η καινούρια τεχνοτροπία. Έρχεται για να δροσίσει τη γεύση και να εμπνεύσει τη σκέψη στους μύστες και τους λάτρεις της τεχνικής.

Β. Αγιογραφία και Θεολογία

Η Αγιογραφία φοράει σε κάθε περίπτωση το ένδυμα των Θεολογικών μηνυμάτων. Χωρίς αυτά είναι μια ουτοπία ανούσια και προκλητική. Ειδικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι, για τις αγιογραφημένες Χριστιανικές εικόνες και παραστάσεις, που συναντάμε στα σύγχρονα αγιογραφεία, τους Ιερούς Ναούς και αλλαχού, οραματιζόμαστε και διδασκόμαστε πρωτόγνωρη Ορθόδοξη Θεολογία. Παίρνουμε τα ενισχυτικά δυναμάρια της πνευματικής πορείας μας. Μπορούμε ως εκ τούτου να απαριθμήσουμε μερικούς από τους πιο εντυπωσιακούς θεολογικούς οραματισμούς. Όλοι αυτοί εκφράζουν το μεγαλείο της Ορθόδοξης σκέψης, βγαλμένο μέσα από τα Ιερά κείμενα και τη θύραθεν ανθρώπινη γραμματολογία.
Συναντάμε επομένως στην Εικόνα:

1. Αγιογραφία: Η Θεολογία της Ωραιότητας  
Το ωραίο μάγευε από τη δημιουργία του κόσμου ακόμα, κάθε καθαρή και παραγωγική σκέψη. Ο μέγας Πλάτων διετύπωσε την αρχή ότι: «Το ωραίο είναι η λαμπρότητα του αληθινού». Είναι αυτό που κάνει το καλό και το ωραίο να ανεβαίνουν τις δύο πλαγιές μιας μοναδικής κορυφής για να μπορέσει να συμβιώσει ο άνθρωπος στην κορυφή όπου και η ολοκλήρωση που εκπέμπει ωραιότητα. Η εικόνα, ως μορφή ή παράσταση, είναι η κορυφή και το καινούριο που ξεχωρίζει τότε, βλέπεται και θαυμάζεται από την καθαρή σκέψη. Είναι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε και ο Θεός για κάθε καινούργια μέρα στην εποχή της δημιουργίας. Έδωσε έτσι ο ίδιος τη θεολογία της ωραιότητας στην εικόνα του κόσμου. Διακήρυσσε τότε μετά από κάθε καλλιτέχνημα: «Και είδεν ο Θεός ότι καλόν». Γενέσεως α΄ 8.
Έτσι μπορούμε να ακούσουμε και ημείς τους Πατέρες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου να αποφασίζουν με μια αποκαλυπτική τοποθέτηση, ότι: «Κανείς δεν μπορεί να παραστήσει την εικόνα του Κυρίου, παρά μόνο το Πνεύμα το Άγιο». Αυτό, το Άγιο Πνεύμα, είναι ο θείος εικονογράφος, εξ ου παράγεται και η θεολογική ωραιότητα της Εικόνας.
Η θεολογία δε της ωραιότητας επιπλέον, συμπληρώνεται και με όσα δέχτηκαν και κατέγραψαν οι Βυζαντινοί. Διατύπωσαν ότι: «Οι εικόνες είναι οι αστραπές της θείας ωραιότητας». Χαρακτηριστικό ακόμη είναι και το γεγονός ότι η απεικόνιση και του Τιμίου Σταυρού, αποτελεί κατά τους Υμνογράφους, τη χαρακτηριστική ωραιότητα της Εκκλησίας, με όλη τη θεολογία του Τιμίου Σταυρού, όπως την εκφράζει και την προβάλλει. Ψάλλει σχετικά η Εκκλησία μας: «Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας». Εξαποστειλάριο Υψώσεως Τιμίου Σταυρού.
Εκφράζει επομένως η αγιογραφική Εικόνα, ζωντανά και με ενάργεια, τη Θεολογία της ωραιότητας με τα μηνύματά της.

2. Αγιογραφία: Θεολογία Λόγου και Εικόνας
Γνωρίζουμε από την όλη γραμματολογική πρακτική ότι, ο λόγος τείνει και εξαντλείται προς την λογική της απόδειξης. Από την άλλη μεριά η εικόνα υπάρχει και τοποθετείται προς την επίδειξη των ιδεών και των μηνυμάτων. Έτσι τούτο τελεσιουργείται και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Έχουμε τότε σε ενέργεια και τις δύο τάσεις. Ξεκινάει με τη σχέση της θεολογίας του λόγου και ολοκληρώνεται με τη θεολογία της εικόνας.
Η λειτουργία των κατηχουμένων, ως παράδειγμα, είναι ο λόγος και η διδασκαλία. Καλούνται οι Κατηχούμενοι να διδαχθούν το περιεχόμενο της πίστεως προκειμένου να ενταχθούν στη χορεία των Πιστών. Τότε στο κέντρο της Αγίας Τράπεζας βρίσκεται το Ιερό Ευαγγέλιο. Η πηγή του λόγου και της διδασκαλίας. Έτσι αγιογραφείται ο λόγος ως παράσταση των Κατηχουμένων.
Η λειτουργία των πιστών είναι η παράσταση και η εικόνα. Το κέντρο της Αγίας Τράπεζας το παίρνει τότε το αγιαστικό και ζωοπάροχο Δισκοπότηρο. Βλέπουμε μέσα σ’ αυτό, τον ίδιο το Χριστό να παρίσταται και να κυριαρχεί ανάμεσα στην ιερή σύναξη των πιστών. Οι πιστοί γίνονται τότε θεατές και συγκλονιστικά συμμέτοχοι των μεγάλων Μυστηρίων της θείας κοινωνίας. Τότε κατά την αγία Αναφορά, στο «Άνω σχώμεν τας καρδίας», απαντάμε «Έχομεν προς τον Κύριον». Γινόμαστε δηλαδή ένα με τον επί της Αγίας Τραπέζης Κύριο και Θεό μας, προκειμένου με έναν απώτερο σκοπό να καταστούμε μεταλαμβάνοντες, «εις κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος, εις βασιλείας ουρανών πλήρωμα». Επιπλέον δε συνομιλούμε απ’ ευθείας με τον επί της αγίας Τράπεζας Κύριό μας και του ζητάμε ανάλογα αιτήματα με τις προσρήσεις «Έτι προσφέρομέν σοι» και «Έτι παρακαλούμεν σε», για να καταλήξουμε στο «Μνήσθητι Κύριε» ως επαναληπτική επιφώνηση. Έτσι αγιογραφείται η εικόνα της λατρείας των πιστών.   
Τότε ακούμε και τον ταυτόχρονο λόγο του Θεού να μας μιλάει για την εικόνα του Θεού μέσα στον περιβάλλοντα κόσμο. Άνοιξε και ο Κύριος με το λόγο του τα μάτια των Μαθητών για να γνωρίσουν μερικώς την εικόνα με τα μεγαλεία της δόξας του Θεού μέσα στον κόσμο, για να ακούνε και να βλέπουν. Επιλέγει μάλιστα συμπερασματικά με εποπτικό τρόπο: «Μακάριοι οι βλέποντες ά βλέπετε». Λουκά ι΄ 23. Δηλαδή: «Τρισευτυχισμένα είναι τα μάτια που βλέπουν αυτά τα μεγαλεία του Θεού που εσείς βλέπετε τώρα».
Αυτού ακριβώς κρύβεται και η θεολογία της σχέσης λόγου και εικόνας, όπως την παριστάνουν οι Ορθόδοξοι αγιογράφοι μας.
         
3. Αγιογραφία: Εικόνα και Λειτουργία
Οι εικόνες δεν τοποθετούνται στους Ναούς σαν μουσειακά ή καλαισθητικά αντικείμενα. Προβάλλονται για να ενισχύουν το λατρευτικό έργο των πιστών. Παρίστανται κατά τις λατρευτικές συνάξεις σαν αντικείμενα διδασκαλίας (θεολογίας), λατρείας και ενίσχυση του λειτουργικού μυστηρίου. Είναι ικανές οι εικόνες από μόνες τους να παριστάνουν παλιές λειτουργικές μορφές κοντά στις ζωντανές σύγχρονες λειτουργικές προσωπικότητες που είναι οι προσευχόμενοι πιστοί. Έτσι μπορούν να συνδέουν το παλαιό και αρχαίο με το νέο, το καινούριο και το σύγχρονο. Να δείχνεται δηλαδή, η συνέχεια της διαχρονικής λατρείας μέσα στον Ορθόδοξο Ναό.
Δεν σταματάει όμως μέχρις εδώ η λειτουργική αξία της εικόνας. Προχωράει και καλύπτει και την ιδίαν ως κατ’ οίκον Εκκλησία, που υπάρχει για την προσευχητική ζωή των πιστών. Ακόμα προσφέρονται οι εικόνες και στους προσωπικούς χώρους διαβίωσης των πιστών. Για τούτο βλέπουμε να κοσμούνε αυτές χώρους υποδοχής κατοικιών, καταστημάτων και γραφείων εργασίας. Τούτο γίνεται για να θυμίζουν τη διάρκεια και την εν παντί καιρώ, τόπω και χρόνω λειτουργική και λατρευτική ζωή των Χριστιανών. Να ζουν δηλαδή αισθητά την παρουσία του Θεού και των αγίων μορφών της πίστεως. Να θυμίζουν διαρκώς τη σχέση των πιστών με το θείο. Είναι αυτή μια διαχρονική διδασκαλία και Ορθόδοξη θεολογία.  
Υπάρχει έτσι ζωντανή η Εκκλησία σε κάθε τόπο, όπου και συνεχίζεται η διαχρονική λατρευτική ζωή των πιστών. Όχι μόνο των ζώντων αλλά και των απελθόντων σε μια στενή σχέση μετά των παρόντων. Είναι η αδιάλειπτος επικοινωνία ανθρώπου και Θεού, που εντέλλεται από το Θεό. Μεταφέρει η εικόνα τη θεολογία παντού και πάντοτε. Διαχρονικά.
Σχέση αρμονική υπάρχει, κατά την Αγιογραφική πρακτική, μεταξύ Εικόνας και λατρευτικής πρακτικής που είναι η Λειτουργία.

4. Αγιογραφία: Η Θεολογία της θείας Παρουσίας
Η θεία παρουσία στην όλη ζωή των Χριστιανών είναι από τις θεμελιώδεις παραδοχές της πίστεώς μας. Σε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής ζωής των αγωνιστών είναι απαραίτητη, παραδεκτή και εμφανής η θεία παρουσία. Γνωρίζουν καλά οι πιστοί τη σχετική παραγγελία του Κυρίου για την αναγκαία θεία παρουσία στη ζωή τους. Αποφάνθηκε: «ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» Ιωάννου ιε΄5. Όσον αφορά τη θεία παρουσία μέσω της εικόνας, μιλάνε πολλά Πατερικά Βυζαντινά χειρόγραφα, αλλά και η παράδοση των αγιογραφείων του Αγίου Όρους.
Για την περίπτωση αυτή η αγιογραφία προβάλλει και τις ανάλογες απαιτήσεις της. Απαιτεί επίμονη προσευχητική απαίτηση της θείας παρουσίας και με δάκρυα πολλάκις. Τότε μπορεί να διαπεράσει ο Θεός την ψυχή των πιστών και να δώσει μια γαληνεμένη παρουσία. Ειδικότερα δε επεμβαίνει ο Θεός στην ψυχή του εικονογράφου. Παρίσταται για να τον συμβουλέψει το φόβο του Θεού, προσφέροντας ταυτόχρονα και θεία έμπνευση. Τότε γίνεται κατανοητό ότι το ύψος και το μεγαλείο της τέχνης και της τεχνικής που είναι θεία είναι δοσμένο απ’ τον ίδιο το Θεό. Είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ δύο σημαντικών παραγόντων, που παρίστανται στο ίδιο έργο. Του Αγιογράφου και του Θεού με αποτέλεσμα την μετάδοση της αγιαστικής χάριτος της Εικόνας.
Έτσι ο παράγοντας Αγιογράφος μπορεί και διαθέτει την προσφορά της γνώσης του ανάμικτης με την εμπειρία και το ταλέντο του. Όλα αντλούμενα από την έμπνευση του θείου λόγου.
Τότε και ο παράγοντας, που είναι ο ίδιος ο Θεός και τον οποίο επικαλείται και αποδέχεται ο Αγιογράφος με την προσευχή και την παράκληση, επεμβαίνει παρέχοντας πλούσια τη χάρη του. Επικαλούμενος δε ο Θεός, προσέρχεται στο έργο και προσφέρεται.
Με τη συνεργασία αυτή των δύο παραγόντων σε ένταση, επιτυγχάνεται και η θαυματουργική και αγιαστική δύναμη της εικόνας, γιατί έχει την παρουσία του Θεού μέσα της. Είναι τότε η Εικόνα μία θεολογία βοώσα και διδάσκουσα.
Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι να γίνεται η εικόνα θεία τέχνη, ώστε αυτό που βλέπουμε να είναι ένα μυστήριο θείας παρουσίας. Τότε το σύνολο της αγιογραφίας αποτελεί την προϋπόθεση για την εμπνευστική παραγωγικότητα και δυναμική των Αγιογράφων μας. Γίνεται θεολογία. Τότε διδάσκει ο Αγιογράφος θεολογία με όλα τα έργα των χειρών του.
         
5. Αγιογραφία: Θεολογία Δόξας και Φωτός
Στις αγιογραφίες παρατηρούμε και διαβάζουμε τις μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Δικαιούμαστε έτσι να μιλάμε για τη Θεολογία της Εικόνας. Αυτό το επιτυγχάνουμε όταν τις αναλύουμε με εξεζητημένη λεπτομερειακή προσοχή και παρατήρηση. Βλέπουμε τότε την Θεολογία της Δόξας και του Φωτός. Σ’ αυτή την περίπτωση λέγομεν ότι ο Θεός στολίζεται με μεγαλοπρέπεια (εμφανίζεται με Δόξα) και ντύνεται με ωραιότητα (γίνεται Φως). Ο άνθρωπος αισθάνεται τη δόξα του Θεού να αναβλύζει ως φως απ’ το κέντρο και την καρδιά κάθε αγιογραφικού δημιουργήματος σαν ένα άσμα και τραγούδι επαίνου.
Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει καθαρά και τη Χριστολογική θεολογική βάση αυτής της εικόνας. Εξαγγέλλει: «Ο Χριστός εστίν η εικών του Θεού του αοράτου». Κολασσαείς α΄ 15. Δηλαδή: «Η ορατή ανθρωπότητα του Χριστού είναι η εικόνα της αοράτου θεότητας του. Είναι το ορατό του αοράτου». Και πάλιν οριοθετεί: «Ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος». Β΄ Κορινθίους γ΄ 18. Δηλαδή: «Ημείς δε όλοι με ακάλυπτο το πρόσωπο και ανεμπόδιστη την καρδιά δεχόμαστε και αντικατοπτρίζουμε και ακτινοβολούμε τη δόξα του Κυρίου. Ταυτόχρονα μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτήν την ίδια την εικόνα Του και του ομοιάζουμε πνευματικά. Έτσι προχωρούμε από δόξα σε δόξα, όπως είναι φυσικό να προχωρεί αυτός, που αγιάζεται και λαμπρύνεται από το Πνεύμα, από τον Κύριο».
Έχουμε εδώ να κάνουμε μια παρατήρηση. Όταν ο Κύριος της Δόξας, ο Ιησούς Χριστός, κρατεί ανοικτό το Ευαγγέλιο, διαβάζουμε μια κεντρική θεολογική διδασκαλία: «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου» Ιωάννου η΄ 12. Η Εκκλησία τότε ψάλλει σχετικώς και η Πατερική διδασκαλία ομολογεί: «Το Φως σου λάμπει στα πρόσωπα των αγίων σου». «Φως ο Θεός, ου κατ’ ουσίαν, αλλά κατ’ ενέργειαν λέγεται». Γρηγορίου Παλαμά PG 150, 823.
Τότε συμβαίνει κάτι το θαυμαστό. Το βάθος του χρυσού της εικόνας λέγεται «Φως» και η όλη ζωγραφική λέγεται μέθοδος φωτός. Είναι διάχυτη αυτή η Θεολογία δόξας και φωτός στις εικόνες που βλέπουμε. Τις παρατηρούμε πάντοτε με πνευματική έξαρση.
         
6. Αγιογραφία: Δύο Θεολογικές βάσεις
Η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγιογραφία, έχει μια ιδιαιτερότητα. Εκφράζεται με όλο το φάσμα της και όλα τα έργα της με καθαρότατη θεολογική σκέψη. Προσφέρει δε με εποπτικό τρόπο το σύνολο των Χριστιανικών διδασκαλιών. Έτσι μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι είναι η μόνη θεία τέχνη που στηρίζεται φανερά σε δύο σημαντικές βάσεις. Είναι βάσεις καθαρά Θεολογικές.
        α.  Βιβλική βάση. Η Ορθόδοξη Αγιογραφία στηρίζεται καθ’ ολοκληρίαν στη Βίβλο, την Αγία Γραφή. Είναι μάλιστα τούτο παλαιά εντολή του Θεού, που δόθηκε στον εκλεκτό λαό Του.
Παραγγέλλει ο Θεός στον Μωυσή για το πώς θα κατασκευάσει και θα καλλιτεχνήσει την Κιβωτό της Διαθήκης. Ποια μορφή θα της δώσει και τι υλικά θα χρησιμοποιήσει. Ήταν το κατοικητήριο του λόγου Του, οι πλάκες της Διαθήκης. Ο θείος Νόμος και η στάμνος η χρυσή η περιέχουσα το «Μάννα», την ουράνια Βιβλική τροφή. Περιγράφονται όλα στο βιβλίο της Εξόδου κεφ. κε΄ 9-21. Ιδού και ένα δείγμα από τις πολλές λεπτομερειακές εντολές του Θεού. Το αναφέρουμε: «Καταχρυσώσεις αυτή χρυσίω καθαρώ, έσωθεν και έξωθεν χρυσώσεις αυτήν· και ποιήσεις αυτή κυμάτια χρυσά στρεπτά κύκλω» Εξόδου κε΄ 10. Δηλαδή: «Θα καλύψεις την Κιβωτό με πολύ καθαρό χρυσάφι. Θα την επιχρυσώσεις από μέσα και από έξω. Και θα βάλεις ολόγυρά της ένα χρυσό στεφάνι με συστρεφόμενα κυματάκια». Ανάλογα υλικά σαν αυτά που χρησιμοποιούνται από τους Αγιογράφους στο στήσιμο της Εικόνας.
 Ένα παράδειγμα: Στην εικόνα της Αναστάσεως δείχνεται μία πλάκα που παριστάνει τον άδειο Τάφο και εκφράζει την πλάκα της Κιβωτού. Οι πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου μάλιστα, διακηρύττουν ότι: Ο Ιησούς Χριστός είναι ολόκληρος, το Φως εκ φωτός, είναι το «απαύγασμα», η «εικών» και ο «χαρακτήρ της υποστάσεως» της δόξης του Πατρός. Εβραίους α΄ 3.
        β.  Δογματική βάση. Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος διετύπωσε κανόνα που ρυθμίζει την τιμητική προσκύνηση της εικόνας. Οι δογματικοί καθορισμοί των εικόνων είναι διάσπαρτοι στη διδασκαλία όλων των Πατέρων της Εκκλησίας μας.
Για παράδειγμα:
Ο Πατριάρχης Γερμανός ο Α΄, λόγω διαφωνίας με τον Αυτοκράτορα Λέοντα τον Γ΄ στο ζήτημα των εικόνων, παραιτούμενος, δηλώνει αποθέτοντας τον μανδύα και το ωμοφόριό του επί της Αγίας Τραπέζης εις τον Ναόν του Παλατίου, διακηρύσσει: «Χωρίς το κύρος Οικουμενικής Συνόδου, δεν μπορείς, Βασιλιά, να αλλάξεις την πίστη και τα της πίστεως». Θεοφάνης Ι΄ 409.  Το Συνοδικό σύστημα σε όλο το μεγαλείο του.
Ο Πάπας Γρηγόριος ο Β΄ (669-731), υπέρμαχος της αναστύλωσης των εικόνων, λέγει στο Λέοντα τον Ίσαυρο, επιβαλόντα βαρείαν φορολογίαν εις την Ιταλίαν λόγω της αντιδράσεώς της στην κατάργηση των εικόνων: «Τα δόγματα της Εκκλησίας δεν είναι υπόθεσή σου… άφησε τις τρέλλες σου».
Οι εικόνες δεν είναι απλές εικονογραφίσεις. Περιέχουν και δείχνουν δογματικές θείες διδασκαλίες, ολόκληρη τη Θεολογία, δηλαδή. Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αγιογραφία δεν νοείται χωρίς δόγμα. Χωρίς Θεολογία, δηλαδή. Όπως θα λέγαμε ότι πολιτισμός χωρίς Χριστιανική πίστη είναι μια απλή ουτοπία. Αυτά ισχύουν για όλα τα θέματα πίστεως.
Όταν διαβάζουμε αγιογραφημένες εικόνες, εύκολα μεταφερόμαστε στη Βίβλο και τα δόγματα της Εκκλησίας που εκφράζουν.
         
7. Αγιογραφία: Η Θεολογία της οράσεως
Η Θεολογία της οράσεως είναι γνωστή ακόμα από την Παλαιά Διαθήκη. Η όραση του θείου είναι το επιστέγασμα και η επικάλυψη όλων των διδασκαλιών. Ενεργεί ως θεοφανεία. Η εικονική θεολογία ξεκαθαρίζει οπτικά την ιστορική πορεία της αρραγούς θεολογικής διδασκαλίας της Ορθοδόξου Ανατολής. Δια της οράσεως του θείου επιτυγχάνεται η μέθεξη της χάριτος του Θεού με την ταυτόχρονη σύνδεση μετά της κτισιολογίας, της Χριστολογίας και της Εκκλησιολογίας. Η αδιάλειπτος προσευχή, η προφητεία και η γνώση περί του Θεού τελειώνουν, όταν αντικατασταθούν δια της οράσεως της δόξης Του. Η όραση, κατά τον Απόστολο Παύλο, επιφέρει και ολοκληρώνει το τελευταίο στάδιο της δόξας του Θεού. Επέρχεται τότε το απόλυτα τέλειο. Διδάσκει: «Όταν έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται» Α΄ Κορινθίους ιγ΄10. Δεν μένει πλέον τίποτε άλλο από την εφαρμογή της αγάπης για την ένωση με το θείο. Την ολοκλήρωση δε της Θεολογικής μας κατάρτισης την επιτυγχάνουμε δια των εικόνων. Η Θεολογία της οράσεως είναι η ολοκλήρωση.
Το 1515 ο καθεδρικός Ναός της Κοιμήσεως στη Μόσχα, διακοσμήθηκε με θαυμάσιες εικόνες που έγραψαν μεγάλοι Βυζαντινοί δάσκαλοι Αγιογράφοι. Με το άνοιγμα του Ναού τόση ήταν η ομορφιά και η οπτική εντύπωση ώστε άπαντες, ο Μητροπολίτης, οι Επίσκοποι και οι πιστοί, αναφώνησαν στο όραμα του θεολογικού καλλιτεχνικού μεγαλείου: «Αλήθεια, οι ουρανοί ανοίγουν και τα θαυμάσια του Θεού προβάλλονται».
 Είναι το ίδιο αίσθημα που έχουμε όλοι και σήμερα όταν μπαίνουμε σε αγιογραφημένο Ναό και στεκόμαστε με πίστη μπροστά στις εικόνες  και ιδιαιτέρως της εικόνας της Αγίας Τριάδας δορυφορούμενης υπό αγίων Αγγέλων. Αυτό το μεγαλείο συγκλονίζει τον κάθε πιστό όταν αντικρίζει δια της Αγιογραφίας, τη συνολική αποτύπωση προσώπων, καταστάσεων, διδασκαλιών δόξης και φωτός. Τότε αναφωνεί αυθόρμητα: Μεγαλυνθήτω τα έργα Κυρίου.  

Γ. Απολογιστικά
        Μετά την προσεγγιστική συνοπτική αναφορά μου στις αρχές και τις βάσεις της Ορθοδόξου Θεολογικής Αγιογραφίας, επιλέγω και τα παρακάτω απολογιστικά.
        Η τέχνη είναι μια σύνθεση ιδέας και ύλης. Ύλη χωρίς την ιδέα είναι ένα τίποτα. Και τίποτα δεν είναι η ιδέα χωρίς την ύλη. Στην καλλιτεχνία, αναπτύσσεται σχέση εσωτερική μεταξύ καλλιτέχνη και δημιουργήματος. Ο κάθε Ζωγράφος δημιουργεί και μια δική του προσωπική σχολή και τεχνοτροπία. Είναι τόσο έντονη, ώστε και χωρίς την υπογραφή του να αναγνωρίζεται ο δημιουργός.
Στην Αγιογραφία όμως ο χρωστήρας παίρνει τα φτερά της θείας δημιουργίας και γεμίζει ιδιαιτέρως τις εικόνες με θεόσταλτες εξαϋλωμένες εντολές που σφραγίζουν το έργο, ώστε να φανερώνεται πιο καθαρότερη η έννοια της ιδέας που κρύβει η εικόνα και να εμφανίζει το έργο με τις αρετές και τα πιστεύω του Αγιογράφου. Τούτο γίνεται τόσο μυστικά, που λέγεται ότι και η προσευχή και ο λόγος και η έντονη πίστη του δημιουργού γίνονται εμφανή τεχνουργήματα που δηλώνουν την ιδιαιτερότητα του κάθε έργου τη στιγμή της δημιουργίας. Σπάνια επομένως γράφεται το ίδιο έργο. Σπανιότατα όμως αντιγράφεται ώστε να αποδοθεί σωστά. Το κάθε έργο δείχνει το ιδιάζον των σπουδών του Αγιογράφου και τη μοναδικότητα των εμπνεύσεών του. Μαρτυρεί μεστότητα γνώσεων και ταλέντου, μετεωρούμενο ως σπάνιο καλλιτεχνικό γεγονός που δείχνει ταλέντο πρωτόγνωρο, εργατικότητα ακούραστη, μεγαλείο λαμπρότατο.
Αυτή η Θεολογία των εικόνων, μας εμπνέει. Είναι γνήσια Θεολογία διδάσκουσα, φωτίζουσα, εμπνέουσα.


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ  ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ


_________
* Πηγή:
1. «Η Θεολογία της εικόνας στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Λεωνίδα Ουσπένσκυ        (Léonide   Ouspensky). Εκδόσεις Αρμός 1998.
2. «Έκφρασις της Ορθοδόξου Αγιογραφίας». Φωτίου Κόντογλου, Βραβείο Ακαδημίας  Αθηνών. Έκδοση Γ΄, εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» .






Ραχήλ
Ρωτήθηκα ευγενικά από φίλη κυρία να δώσω την ερμηνεία του ονόματος Ραχήλ, δευτερότοκης θυγατέρας του Λάβαν και δευτέρας συζύγου του Πατριάρχου Ιακώβ. Αιφνιδιάστηκα από την ερώτηση και αναρωτήθηκα, τι άραγε να κέντρισε το ενδιαφέρον της κυρίας, που για μένα μετατράπηκε σε πρόκληση. Μη έχοντας πρόχειρη την απάντηση, ζήτησα ευγενικά πίστωση χρόνου. Από την έρευνα που έκαμα και με την άμεση ανταπόκριση ειδικού Παλαιοδιαθηκολόγου, διαπίστωσα τα ακόλουθα.
Το Εβραϊκό κύριο όνομα «Ραχήλ» είναι σύνθετο. Αποτελείται από την πρώτη λέξη «Ραχ», που σημαίνει πρόβατο και στην θηλυκού γένους ονομασία όπως εδώ, σημαίνει προβατίνα. Η δεύτερη λέξη «ηλ» προέρχεται από τη λέξη «ελ», που σημαίνει Θεός. Επομένως η ονομασία «Ραχήλ» μεταφράζεται ως η «Προβατίνα του Θεού», ή άλλως η «Αμνάδα του Θεού». Προφανώς ο γερο-Λάβαν λόγω της ποιμενικής του ενασχόλησης, έπαιρνε και τα ονόματα των παιδιών του από τον ίδιο χώρο.
Όσον αφορά τη θέση της «Ραχήλ» στην όλη Βιβλική γραμματολογία, διαπιστώσαμε ότι το όνομά της εμπλέκεται πέραν των άλλων και στην προφητική διαδικασία. Σε δύο περιπτώσεις το όνομα «Ραχήλ» παίρνει προφητική διάσταση. Η πρώτη είναι αυτή που αναφέρεται από τον Προφήτη Ιερεμία Κεφάλαιο λη΄ στίχος 15 και αφορά στο θρήνο της Ραχήλ για την Βαβυλώνιο αιχμαλωσία. Θρηνούσε, ως Μάνα του Ισραήλ, τα παιδιά του που δεν θα επέστρεφαν στα Ιεροσόλυμα. Η δεύτερη είναι αυτή που αναφέρεται στη σφαγή των παιδιών του Ισραήλ, από διετούς και κατωτέρω. Αναφέρεται από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο κεφάλαιο β΄ στίχος 18. «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν». Κλαίει η «Ραχήλ» και πάλι ως Μάνα του Ισραήλ, για τα παιδιά που σφαγιάστηκαν άδικα. Άλλωστε εκεί κοντά στη Βηθλεέμ, την άλλοτε Εφραθά, είναι θαμμένη και η «Ραχήλ» από τον άνδρα της τον Ιακώβ μετά τη γέννα του Βενιαμίν.
Μεσολόγγι 17/12/13



ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

  
Επιγονάτιο
«Μικρό Προσκυνητάρι»

Γενικά
Το Επιγονάτιο είναι λειτουργικό άμφιο του Αρχιερέως και των κατ’ εξουσιοδότηση τούτου, των Οφικιάλιων αξιωματούχων Ιερέων. Είναι γνωστό ότι η στολή του Αρχιερέως παρουσιάζει πληρότητα λειτουργικών συμβολισμών και σοβαρότητα πνευματικών προσδιορισμών. Δεν είναι τα άμφια στολίδια προς επίδειξη, ούτε στοιχεία ικανοποίησης φιλοδοξιών. Τα Αρχιερατικά άμφια ολοκληρώνουν και προσδιορίζουν με διδακτική σοβαρότητα τον τύπον Χριστού. Όχι ότι ο Χριστός φορούσε στολές ανάλογες ή παρόμοιες των Αρχιερατικών αμφίων. Δια των Αρχιερατικών αμφίων υποδηλούνται, με αισθητά και ανθρωπομορφικά στοιχεία, διδασκαλίες και ιδιότητες του Χριστού κατά την επίγειο διαδρομή του. Εναρμονίζονται με την αποκαλυπτική θεότητα.
Όσον αφορά όμως τις στολές των αμφίων των Ιερέων, αυτά εκχωρούνται από τον Αρχιερέα και μόνον. Βεβαίως υπάρχουν τα βασικά άμφια των Ιερέων που καθιερώθηκαν επίσημα από την Εκκλησία. Δόθηκαν για να θυμίζουν στον φέροντα ολόκληρη τη διαδρομή της αποστολής του. Βεβαίως από πλευράς φαινότυπου τα άμφια διατηρούν και τους ανάλογους συμβολισμούς τους. Υπάρχουν όμως και μερικά άμφια που εκχωρούνται ως επιβράβευση και ανταμοιβή για την προσφορά έργου υπό του Ιερέως προς την Εκκλησία και τους πιστούς. Τότε αυτά τα άμφια παίρνουν και επιδεικνύουν και κάποιον διάφορο συμβολισμό. Ένα από τα εκχωρούμενα άμφια στους Πρεσβυτέρους - Ιερείς της Εκκλησίας, είναι το Επιγονάτιο. Φέρεται κυρίως από τον Αρχιμανδρίτη, τον Πρωτοπρεσβύτερο, που προεξάρχει άλλων Ιερέων, τον Οικονόμο, ως οικονόμο των Μυστηρίων της πίστεως. Φοριέται επίσης και από Ιερείς που κατέχουν και άλλα οφίκια που θέσπισε η Εκκλησία μας.

Οι Συμβολισμοί
Το Επιγονάτιο κατ’ αρχήν, έχει πολλούς συμβολισμούς. Όλοι οι συμβολισμοί είναι εξόχως διδακτικοί για το πλήρωμα της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα είναι όλοι συμβολισμοί ευθύνης και για εκείνον που το φέρει στη στολή του. Θυμίζει στον φέροντα τη μεγάλη προσφορά που θα πρέπει να παρέχει προς το ποίμνιό του συνεχώς και δια βίου, προτείνοντας ως υπόδειγμα τον εαυτό του. Δια της επιδείξεως δε του Επιγονατίου, παραπέμπεται ο φορέας και στη σύσταση του Αποστόλου Παύλου προς τους Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου. «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο Επισκόπους, ποιμένειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού». Πράξεων κ΄28. Πέραν τούτων το Επιγονάτιο έχει και άλλους ειδικούς συμβολισμούς, τους οποίους και παραθέτουμε στη συνέχεια.
Η αρχική χρήση του Επιγονατίου ως αμφίου ήταν σαν μια πετσέτα, προς χρήση για το πλύσιμο και τον καθαρισμό διαφόρων σημείων του σώματος. Το όνομά του συμβόλιζε, κατά τα πρώτα χρόνια της χρήσης του, την πετσέτα ή ποδιά (λέντιο), που χρησιμοποίησε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο για να πλύνει και να σκουπίσει τα πόδια των Μαθητών του. «Ήρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητών και εκμάσσειν τω λεντίω ώ ην διεζωσμένος». Ιωάννου ιγ΄5.
Επιπλέον, λόγω της ομοιότητάς του με ασπίδα, συμβολίζει και τον πνευματικό οπλισμό που πρέπει να έχει ο Ιερέας του Θεού για να προστατεύει το ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Η ερμηνεία του Επιγονατίου ως προστατευτικής ασπίδας έχει διττή σημασία. Θέλει να καταδείξει στον Ιερέα, ότι είναι ο στρατιώτης του Θεού, που πολεμάει στην πνευματική μάχη της σωτηρίας του ιδίου και του λαού. Ακόμα να καταδείξει ότι με το Λόγο του Θεού υπερασπίζεται το πιστό πλήρωμά του, από κάθε εχθρική παρέμβαση.
Επίσης το Επιγονάτιο μοιάζει με ξίφος και κρέμεται στην αρμόζουσα επιθετική θέση του. Προς το δεξί γόνατο δηλαδή, όπου κατά την μάχη προβλέπεται να βρίσκονται τα επιθετικά όπλα. Συμβολίζει την επιθετική μάχαιρα του πνεύματος που εκπέμπει ο λόγος του Αρχιερέα και του Ιερέα. Συμβολίζει τον οπλισμό που πρέπει να έχει ο Επίσκοπος  και ο Ιερέας για να προστατεύει το ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. Να ορμάει δηλαδή στη μάχη για τη διάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου και προστασίας των πιστών.

Πνευματικές προσεγγίσεις
Πέραν των συμβολισμών, το Επιγονάτιο αποδέχεται και πνευματικές προσεγγίσεις. Πνευματικά γίνεται αποδεκτό από τους Κληρικούς που το φορούν. Πνευματικά το αντικρίζουν και το διερευνούν με ευλάβεια οι πιστοί. Πνευματική είναι και η ακτινοβολία του. Δεν είναι το Επιγονάτιο στολίδι για επίδειξη του φορέα. Είναι όργανο πνευματικής δύναμης και ευθύνης. Φαίνεται τούτο κατά την διαδικασία της τοποθέτησής του επί της ιερατικής στολής. Ο Κληρικός, Αρχιερέας ή Ιερέας, φορώντας το Επιγονάτιο, απαγγέλλει δύο στίχους από τον προφητικό και μεσσιανικό Χριστολογικό 44ο Ψαλμό του Δαβίδ. Είναι τούτος ο ψαλμός ένα λαμπρό εγκώμιο του Νυμφίου της Εκκλησίας του Χριστού. Είναι ακόμα ο Χριστός, Νυμφίος και της κάθε μιας δικής μας ψυχής χωριστά.  Γίνεται έτσι αντιληπτό πόσο συγκλονιστική είναι η πνευματική ευθύνη του φορέως του Επιγονατίου. Εκείνη την ώρα που φοριέται το Επιγονάτιο, κατατίθεται η σημαντικότερη πνευματική δύναμη του Ιερέως, ως πολεμιστή της αλήθειας του Ευαγγελίου και της θείας Αποκάλυψης. Λέγει με ευλάβεια:
 «Περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, Δυνατέ, τη ωραιότητί σου και τω κάλλει σου και έντεινε και κατευοδού και βασίλευε ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης και οδηγήσει σε θαυμαστώς η δεξιά σου». Ψαλμός μδ΄4-5. Δεν περιορίζεται όμως ο Ιερεύς σ’ αυτή τη στιγμιαία δυναμική δέηση και υπόσχεση στο Χριστό. Καταλήγει με μια δεύτερη πιο εντυπωσιακή υπόσχεση: «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Πάντοτε δηλαδή και αιωνίως ισχύει η προσφερόμενη πνευματική δύναμη δια του Επιγονατίου.
Ακολουθώντας αυτή την παραδοσιακή σημασιολογία του Επιγονατίου η Εκκλησία μας, καθιέρωσε και διαφόρους διδακτικούς τύπους Επιγονατίων. Έτσι πέρασε στην παρουσίαση των Επιγονατίων με διάφορες διδακτικές παραστάσεις. Όλες παρμένες από τις πιο έντονα διδακτικές παραστάσεις που παρουσιάζουν οι Άγιες Γραφές και η Παράδοση.

Προσκυνητάρι
Είναι ένα Προσκυνητάρι το Επιγονάτιο. Εμφανής γίνεται η πνευματικότητα του Αρχιερέως ή του Ιερέως, όταν με την δέουσα ευλάβεια φοράει μαζί με την στολή του το Επιγονάτιο και το επιδεικνύει στο ποίμνιό του. Προσδιορίζει έτσι τη δική του δυνατότητα διδαχής και προστασίας του ποιμνίου του. Η θέα του Επιγονατίου από τους πιστούς, παρέχει στο πλήρωμα της Εκκλησίας τη σιγουριά και τη βεβαιότητα της προστασίας από προσβολές των πονηρών δαιμόνων. Ταυτόχρονα εκπέμπει και την χάρη μιας τοπικής λειτουργικής ιερότητας. Τούτο συμβαίνει, καθόσον το Επιγονάτιο επί της Ιερατικής ή Αρχιερατικής στολής, αποκτάει και την ιδιότητα ενός μικρού Προσκυνηταρίου. Έτσι το χαρακτήρισε ο αναχωρητής Μοναχός Πατάπιος της Ιεράς Καλύβης του αγίου Γεωργίου των Ιωσαφαίων στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Αναφέρεται τούτο σε μελέτη που καταγράφηκε τον 19ο αιώνα. Δεν είχε άδικο ο αναχωρητής Μοναχός, κατά τη γνώμη μου, να χαρακτηρίσει το Επιγονάτιο «Μικρό Προσκυνητάρι», αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι επάνω στο Επιγονάτιο εικονίζονται ιερές παραστάσεις από τη ζωή της Εκκλησίας και τις διδασκαλίες των Αγίων Γραφών. Για το λόγο αυτόν δε καλούνται οι πιστοί σε μια ευλαβική προσκύνηση.
Αυτόν τον προσδιορισμό του Επιγονατίου θέλει και η μακρά λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Εικονίζονται λοιπόν επάνω στο Επιγονάτιο παραστάσεις από γεγονότα της θείας Αποκάλυψης. Εκτός από τη απεικόνιση του Κυρίου Ιησού Χριστού σε διάφορες παραστάσεις, της Υπεραγίας Θεοτόκου, του τιμίου Σταυρού, προστίθενται και εικόνες που εμπνέουν σεβασμό και προσκύνηση των πιστών. Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδος, η εις Άδου κάθοδος του Κυρίου, η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, εικόνες Αγίων της Εκκλησίας μας, η Ζωοδόχος Πηγή και πολλές άλλες ιερές απεικονίσεις, παρέχουν την ευκαιρία των πιστών να αισθάνονται την ανάγκη της απόδοσης προσκυνηματικού σεβασμού στο Επιγονάτιο, ως «Μικρό Προσκυνητάρι». Με τον τρόπο αυτό οδηγούμαστε στη βεβαιότητα ότι πράγματι το Επιγονάτιο είναι ένα ξεχωριστό διδακτικό, προσκυνηματικό και σεβαστό στολίδι και άμφιο των Κληρικών μας.
Αναφέρεται επιπλέον σε παλαιότερες γραφές ότι πολλοί Κληρικοί μας κατά τη λειτουργία, χρησιμοποιούσαν πολλά και διαφορετικά Επιγονάτια με ποικιλία από Χριστιανικές παραστάσεις. Τούτο γινόταν για να φορούν το αντίστοιχο Επιγονάτιο που κατείχε παραστάσεις από κάθε μεγάλη εορτή της Εκκλησίας μας. Έδιναν έτσι την ευκαιρία στους πιστούς να παρακολουθούν με περισσότερη ευλάβεια την όλη λειτουργική διαδικασία σε αρμονία της εορτής με την παράσταση του Επιγονατίου. Με τον τρόπο αυτό απολάμβαναν οι πιστοί μια δυνατή σχέση με τον λειτουργό Ιερέα τους και τα τελούμενα εντός του Ναού.

Χρεωστικό
Η θέα του Επιγονατίου με τις θρησκευτικές και λειτουργικές παραστάσεις του, παρέχει στους πιστούς λατρευτικές ευκαιρίες. Δημιουργεί μια ιδιαίτερη αφορμή αισθητοποίησης της παρουσίας των θείων προσώπων. Γίνεται έτσι στην πραγματικότητα ένα «Μικρό Προσκυνητάρι». Τότε αναδεικνύεται και το χρέος των πιστών. Διεγείρεται το ενδιαφέρον εντονότερο για προσευχή με προσκυνηματική πρόθεση. Έχει ο πιστός εντός του Ιερού Ναού ένα προσκυνητάρι που τον βοηθάει στην προσευχητική του διάθεση. Παίρνει δύναμη για μια απόδοση ευλαβούς και τιμητικής ενέργειας. Όταν μάλιστα γνωρίζει ο πιστός, την όλη δυναμική που προσφέρει το Επιγονάτιο με τις θεοειδείς παραστάσεις του στον φέροντα επί της στολής του Αρχιερέως ή του Ιερέως, τότε παίρνει πολλαπλάσιες αφορμές για Προσευχή και προσκυνηματική διάθεση. Αισθάνεται ότι συμπλέει και συμπορεύεται μετά του Λειτουργού στο έργο της σωτηρίας ολόκληρης της Χριστιανικής κοινότητας. Γίνεται μια κοινή προσπάθεια για να ανεβεί όλη η ευλαβής ενορία στην τελειότητα της πνευματικής ζωής. Ο λατρευτικός σεβασμός προς το θείο προσφέρεται εντονότερος και τα συναισθήματα γίνονται περισσότερο έκδηλα.    
Αφορμή, λοιπόν, για αυτοσυγκέντρωση και προσευχή, μας δίνει το Επιγονάτιο. Ιδιαιτέρως όταν αυτό φέρεται και από Κληρικούς διακρινόμενους από ευλάβεια και ενδιαφέρον για την πνευματική πρόοδο και προκοπή του πληρώματος της Εκκλησίας. Για τούτο το λόγο παραθέτουμε στη συνέχεια και στην παρούσα εργασία μας με βαθύ σεβασμό και προσευχητική διάθεση, μια δέηση και ικεσία μπροστά στο «Μικρό Προσκυνητάρι».   

Δ έ η σ η

Μικρό Προσκυνητάρι σ’ ευλαβικό Ιερέα,
προσφέρεις ευλογία σε όλους τους πιστούς.
Κι’ από τα χείλη όλων μια δέηση θερμή,
στον Πλάστη και Θεό μας, δίνεις την εντολή.

Είναι μικρό κι’ ευλογητό με χάρη στολισμένο,
Επιγονάτιο αιχμηρό σαν ξίφος και ασπίδα.
 Ανοίγει δρόμους στη ζωή για να τους περπατάνε,
όσοι μονάχα θέλουνε πνευματικά να ζούνε.

Της Εκκλησιάς το πλήρωμα, όλο με σεβασμό
ν’ ακούει και να βλέπει το τελετουργικό.
Τότε, όλοι μαζί αντάμα, να χαίρονται την ώρα
που το Προσκυνητάρι δίνει την αφορμή.

Ιερά Πόλις Μεσολογγίου 19η Ιουνίου 2012

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΠ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ - ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Κύπρου 78 – Μεσολόγγι, 302.00
Τηλ. FAX.  26310-22522, κιν. 6972725701
e-mail:nsb@otenet.gr











Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Με τούτον τον τίτλο, λαθεμένο κατά την άποψή μου, κυκλοφόρησε τις μέρες μας ένα πολυτελές λεύκωμα, ασπρόμαυρων φωτογραφιών, μιας εκατονταετίας. Δείχνει, κατά την ανακοίνωση, εικόνες από την Πόλη, όταν «αρχίζει από το 1870 να πατάει στα πόδια της… και φθάνει στο 1970 με την καταστροφή της λιμνοθάλασσας». Μίλησα για λαθεμένο τίτλο, με τη βεβαιωμένη πίστη μου, από την ενασχόλησή μου με τη διαχρονικότητα της διαδρομής της μοναδικής στον κόσμο Ιεράς Πόλεως, λόγω προάσπισης ιδεών στον κόσμο.
Πίστεψα και πιστεύω ότι: Το Μεσολόγγι, δεν είναι ύλη για να καταστρέφεται, ούτε ορισμένος χώρος για μετακίνηση ή για κατάκτηση ή και για εξουθένωση. Συμβολίζει, διαχρονικά, το αθάνατο, το αιώνιο, το αδέσμευτο «Πνεύμα». Αποκτήματα νικηφόρα από τη γέννησή του, σε ώρα σύγκρουσης δύο κόσμων. Της Ελευθερίας, των ιδεών και του πολιτισμού από τη Δύση, ενάντια στη βία, το μίσος και τη συμφορά από την Ανατολή. Το Μεσολόγγι, δεν συλλαμβάνεται, ούτε υποτάσσεται, ούτε αποθνήσκει. Επομένως, δεν φεύγει και δεν έφυγε ποτέ. Μένει στους αιώνιους χρόνους του, ασυμβίβαστος Δάσκαλος και υπερασπιστής αξιών.
Αν ζήτησαν οι εποχές, να φύγει κάτι από το Μεσολόγγι, αυτό ήταν μερικά, ενδεικτικά και μόνο, όσα επιτρέπει τούτος ο χώρος:
Να φύγει, το «in  mezzo  Laghi» των Πειρατών, και να μείνει σκέτο το όνομα, «Μεσολόγγι» του πνεύματος. Έφυγε!...
Να φύγουν, οι αχυροκαλύβες του πρώτου καιρού μέσα στη λίμνη, και να γίνει η οικιστική Πολιτεία των απαιτήσεων. Έφυγαν!
Να φύγει, η απομόνωση και η στατικότητα, και να ανατείλουν οι Σχολές, οι Επιστήμες, οι Τέχνες, η Ναυπηγική, η διανόηση. Έφυγε!...
Να φύγει, η μιζέρια της απραξίας, και να κατακτηθούν τα σαλόνια του Ευρωπαϊκού πνεύματος, δίπλα στους γίγαντες διανοητές. Έφυγε!...
Να φύγει, ο τύραννος του Ελληνισμού, και να λάμψει το όραμα της Λευτεριάς, με θυσία, ώστε να πάλλεται το «προηγήθηκε το Μεσολόγγι». Έφυγε!...
Να φύγει, η χαβούζα των χερσαίων λημμάτων, εκεί όπου το ΚΑΠΗ σήμερα, και να βεβαιωθεί η υιγιεινότητα της περιοχής. Έφυγε!...
Να φύγουν, τα λειτουργήσαντα για χρόνια, «δοχεία νυκτός», και να απολαμβάνει ο σύγχρονος Μεσολογγίτης την υγεία του. Έφυγαν!
Να φύγουν, τα βυτία απομάκρυνσης λημμάτων, και να λειτουργήσει προνομιακά μοναδικό πρωτοποριακό σύστημα αποχετεύσεως. Έφυγαν!
Να φύγουν, οι οικοδομές του ενός ορόφου, και να δημιουργηθούν ομορφοστόλιστες κατοικίες, όπως σε υποδειγματικούς οικισμούς. Έφυγαν!
Πολλά, «να φύγουν» από το Μεσολόγγι, θα μπορούσαν να παρουσιαστούν με όσα θετικά θα μπορούν να τα αντικαταστήσουν. Πρέπει, όμως, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζουμε και να αξιοποιούμε το Μεσολόγγι, που μένει και θα μένει στους αιώνες με τις ιδέες του, με την ιστορία του, με το στοχασμό του και με τον κόσμο του. Ανανεωμένο, κάθε φορά, θα φωτίζει όσους κατά καιρούς το βλέπουν, το προσκυνούν, το χαιρετούν και το περπατάνε...  
Μεσολόγγι: Δεν φεύγεις! Η θύμηση, άχρονη μπροστά σου γονατίζει.
Υποκλίνομαι:
Νικόλαος Σπ. Βούλγαρης


.